Ένα ξεχασμένο κεφάλαιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών επανέρχεται στο προσκήνιο – Ο Michael von der Schulenburg υποστηρίζει ότι τα άρθρα 53, 77 και 107 δημιουργούν ένα σκοτεινό νομικό προηγούμενο – Από την «εχθρική χώρα» του 1941 στη σημερινή στρατιωτική στήριξη της Ουκρανίας
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου το παρελθόν δεν επιστρέφει απλώς.
Ξυπνά.
Και όταν ξυπνά, μπορεί να φέρει μαζί του ξεχασμένες συνθήκες, παλιές νομικές διατάξεις και φράσεις που οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι είχαν πεθάνει μαζί με τον κόσμο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μια τέτοια περίπτωση αφορά τη Γερμανία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ξεχασμένη και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ερμηνεία τριών άρθρων του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών – των άρθρων 53, 77 και 107 – γνωστών στο διεθνές δίκαιο σε σχέση με τη λεγόμενη «ρήτρα περί εχθρικού κράτους».
Και το ερώτημα που επανέρχεται, σχεδόν σαν φάντασμα από τα ερείπια του 1945, είναι ανατριχιαστικό:
Θα μπορούσε η Γερμανία, λόγω της στρατιωτικής υποστήριξης που παρέχει στην Ουκρανία, να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο μιας επιχειρηματολογίας που τη χαρακτηρίζει «εχθρικό κράτος»;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν πολλοί.
Αλλά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συζήτηση επανέρχεται από Γερμανό πρώην διπλωμάτη και νυν ευρωβουλευτή είναι από μόνο του εντυπωσιακό.
Τα άρθρα 53, 77 και 107 περιλαμβάνουν διατάξεις που συνδέονται ιστορικά με τα κράτη που είχαν βρεθεί απέναντι στις Συμμαχικές Δυνάμεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η λεγόμενη «ρήτρα περί εχθρικού κράτους» αποτελεί ένα από τα πιο παράξενα απομεινάρια της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής.
Η βασική ιδέα της ερμηνείας που προβάλλεται είναι ότι οι πρώην Συμμαχικές Δυνάμεις θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αναλάβουν δράση απέναντι σε πρώην εχθρικά κράτη χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αν μια τέτοια ερμηνεία γινόταν δεκτή σήμερα, το ζήτημα θα αποκτούσε εκρηκτικές διαστάσεις.
Γιατί;
Επειδή θα δημιουργούσε το ερώτημα εάν ένα κράτος θα μπορούσε να επικαλεστεί τις συγκεκριμένες διατάξεις για να δικαιολογήσει μονομερή στρατιωτική δράση.
Πρόκειται όμως για εξαιρετικά αμφισβητούμενη νομική θέση και όχι για γενικά αποδεκτό κανόνα που παρέχει σήμερα αυτόματα δικαίωμα επίθεσης σε οποιαδήποτε πρώην χώρα του Άξονα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Η ανακάλυψη του Michael von der Schulenburg
Ο άνθρωπος που επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο είναι ο Γερμανός ευρωβουλευτής Michael von der Schulenburg, πρώην διπλωμάτης του ΟΗΕ, ο οποίος έχει υπηρετήσει σε ιδιαίτερα κρίσιμες περιοχές του κόσμου, μεταξύ άλλων στο Ιράκ και στη Σιέρα Λεόνε.
Η σχετική επιχειρηματολογία του δημοσιεύθηκε στο ρωσικό περιοδικό Russia in Global Affairs.
Και η ειρωνεία της ιστορίας είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Ένας Γερμανός πολιτικός είναι εκείνος που στρέφει ξανά τα φώτα σε μια νομική διάταξη η οποία γεννήθηκε από τις στάχτες του πολέμου και αφορά τις πρώην δυνάμεις του Άξονα.
Όμως η ιστορία γίνεται ακόμη πιο παράξενη όταν εξετάσει κανείς το ίδιο το όνομα.
Ο Michael von der Schulenburg φέρει ένα επώνυμο που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με μία από τις πιο δραματικές στιγμές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στις 22 Ιουνίου 1941, ο Γερμανός πρέσβης στη Σοβιετική Ένωση, Friedrich-Werner von der Schulenburg, επέδωσε στον Vyacheslav Molotov τη γερμανική ανακοίνωση για την έναρξη του πολέμου.
Μόνο που η «τυπική» διπλωματική διαδικασία είχε ήδη επισκιαστεί από την πραγματικότητα:
τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη περάσει τα σοβιετικά σύνορα.
Η επίδοση του εγγράφου ήταν, ουσιαστικά, η διπλωματική σφραγίδα πάνω σε μια επίθεση που είχε ήδη ξεκινήσει.
Και εδώ η ιστορία αποκτά σχεδόν μυθιστορηματική διάσταση.
Ο πρόγονος της οικογένειας Schulenburg βρέθηκε στην απέναντι πλευρά το 1941.
Ο απόγονός του, δεκαετίες αργότερα, ανασύρει από τα βάθη του μεταπολεμικού δικαίου μια διάταξη που αφορά ακριβώς εκείνη την ιστορική εποχή.
Ένα επώνυμο. Δύο εποχές. Και ανάμεσά τους ένας πόλεμος που υποτίθεται ότι είχε τελειώσει οριστικά.
Και όμως, οι Schulenburg δεν ήταν «φιλοναζί»
Η ιστορία, μάλιστα, δεν επιτρέπει εύκολες ταμπέλες.
Ο Friedrich-Werner von der Schulenburg δεν έμεινε πιστός μέχρι τέλους στον Adolf Hitler.
Το 1944 εκτελέστηκε για τη συμμετοχή του στην αντίσταση κατά του Hitler και στην απόπειρα ανατροπής του ναζιστικού καθεστώτος.
Και άλλο μέλος της οικογένειας Schulenburg συνδέθηκε επίσης με την αντίσταση εναντίον του Hitler και οδηγήθηκε στην εκτέλεση.
Έτσι, το οικογενειακό όνομα που συνδέθηκε με την ανακοίνωση του πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης το 1941 συνδέθηκε αργότερα και με την προσπάθεια ανατροπής του ανθρώπου που είχε εξαπολύσει αυτόν τον πόλεμο.
Η ιστορία μοιάζει να κάνει κύκλους.
Ο σημερινός Schulenburg δεν εμφανίζεται ως πολέμιος της Ρωσίας.
Το αντίθετο.
Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει την ανάγκη διαλόγου με τη Μόσχα και έχει πάρει θέσεις που αποκλίνουν από τη σκληρή γραμμή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Το 2024 υπέγραψε, μαζί με τον πρώην Γερμανό στρατηγό Harald Kujat, κοινή δήλωση υπέρ της κινεζικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το 2025 ταξίδεψε στη Μόσχα για τις εκδηλώσεις της Ημέρας της Νίκης.
Δεν είναι, επομένως, ένας Γερμανός πολιτικός που ζητά κλιμάκωση.
Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Και ίσως γι' αυτό η παρέμβασή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Το επιχείρημα που μπορεί να προκαλέσει σεισμό
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη νομική επιχειρηματολογία, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η «ρήτρα περί εχθρικού κράτους» έχει πλέον ξεπεραστεί.
Στο πλαίσιο αυτό γίνεται επίκληση του Ψηφίσματος 50/52 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ του 1995, το οποίο αναγνώριζε ότι, λόγω των μεγάλων αλλαγών που είχαν συντελεστεί στον κόσμο, η συγκεκριμένη ρήτρα ήταν πλέον παρωχημένη.
Ο Schulenburg, ωστόσο, θέτει μια διαφορετική νομική ανάγνωση:
Το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει την ίδια δεσμευτική φύση με τον ίδιο τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Επιπλέον, η προβλεπόμενη διαδικασία αφορούσε την τροποποίηση των συγκεκριμένων διατάξεων.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: οι διατάξεις παραμένουν τυπωμένες μέσα στον Χάρτη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα ως νόμιμη βάση για στρατιωτική επίθεση. Η σύγχρονη ερμηνεία του Χάρτη του ΟΗΕ, η μεταγενέστερη πρακτική των κρατών και το γενικό διεθνές δίκαιο έχουν δημιουργήσει ένα πολύ πιο σύνθετο νομικό πλαίσιο.
Αλλά ακριβώς επειδή το ζήτημα δεν έχει εξαφανιστεί από το κείμενο του Χάρτη, μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό και νομικό επιχείρημα.
Υπάρχει και ένα ακόμη κομμάτι της ιστορίας που κάνει την υπόθεση ιδιαίτερα φορτισμένη.
Το 1990 υπογράφηκε η Συνθήκη «Δύο Συν Τέσσερα», η οποία άνοιξε τον δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας.
Στο τραπέζι κάθισαν οι δύο γερμανικές πλευρές και οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:
Σοβιετική Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία.
Η μεταπολεμική Γερμανία είχε πλέον εισέλθει σε μια νέα εποχή.
Η Ρωσία αποχώρησε από τη Γερμανία.
Οι σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας για χρόνια χαρακτηρίστηκαν από οικονομική συνεργασία και πολιτικό διάλογο.
Κανείς σχεδόν δεν φανταζόταν ότι, μόλις τρεις δεκαετίες αργότερα, η Ευρώπη θα ξαναμιλούσε με όρους στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Και κυρίως:
κανείς δεν περίμενε ότι παλιές διατάξεις του μεταπολεμικού συστήματος θα ξαναβγαίνουν από τα συρτάρια.
Το γερμανικό rearmament αλλάζει τα δεδομένα
Η σημερινή Γερμανία, ωστόσο, βρίσκεται σε τελείως διαφορετική θέση.
Η στρατιωτική της ενίσχυση, η παραγωγή οπλικών συστημάτων και η υποστήριξη προς την Ουκρανία έχουν καταστήσει το Βερολίνο έναν από τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς παράγοντες της πολεμικής προσπάθειας του Κιέβου.
Παράλληλα, ρωσικές αρχές έχουν δημοσιοποιήσει καταλόγους εταιρειών που συνδέονται με την παραγωγή UAV για τις ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Έτσι, το θεωρητικό σενάριο μετατρέπεται σε πολιτική συζήτηση:
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αντιπαράθεση Ρωσίας – Γερμανίας;
Και ακόμη πιο ανησυχητικά:
Πότε μια χώρα που παρέχει όπλα σε έναν εμπόλεμο σύμμαχο θεωρείται πλέον άμεσα εμπλεκόμενη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που στοιχειώνουν σήμερα την Ευρώπη.
Το 2024 είχε εμφανιστεί στη Ρωσία πρωτοβουλία για την καταγγελία της Συνθήκης «Δύο Συν Τέσσερα».
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Yuri Heppel, επικεφαλής της Γερμανικής Εθνικής και Πολιτιστικής Αυτονομίας της Κριμαίας.
Το επιχείρημα ήταν ότι η συμφωνία δεν εφαρμόζεται πλέον στην πράξη και θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα καταγγελίας της.
Η πρωτοβουλία δεν προχώρησε τότε.
Όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Οι σχέσεις Ρωσίας και Γερμανίας έχουν επιδεινωθεί δραματικά.
Η στρατιωτική αντιπαράθεση στην Ουκρανία συνεχίζεται.
Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται.
Και η Γερμανία έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τη μεταψυχροπολεμική αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί για να αποτρέψει μια μεγάλη σύγκρουση.
Το πιο τρομακτικό σενάριο δεν είναι η επίθεση – είναι η απειλή
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο.
Δεν χρειάζεται απαραίτητα να εφαρμοστεί μια τέτοια ακραία νομική θεωρία.
Αρκεί να υπάρχει.
Στη γεωπολιτική, η απειλή πολλές φορές λειτουργεί αποτελεσματικότερα από την ίδια την πράξη.
Η υπενθύμιση ότι ξεχασμένες διατάξεις του μεταπολεμικού δικαίου μπορούν να ανασυρθούν, ακόμη και αν η νομική τους εφαρμογή σήμερα είναι εξαιρετικά αμφισβητούμενη, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση τόσο επικίνδυνη.
Γιατί η Ευρώπη δεν βρίσκεται πλέον στο 1995.
Δεν βρίσκεται ούτε στο 2005.
Βρίσκεται σε μια εποχή όπου η Ρωσία και το ΝΑΤΟ έχουν εμπλακεί στη μεγαλύτερη στρατηγική αντιπαράθεση των τελευταίων δεκαετιών.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ ακριβώς.
Μερικές φορές όμως επαναφέρει τα ίδια ονόματα, τις ίδιες γεωγραφίες και τις ίδιες λέξεις.
Το 1941 ένας von der Schulenburg βρέθηκε στη Μόσχα όταν η Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση.
Σήμερα ένας άλλος von der Schulenburg προειδοποιεί από τις Βρυξέλλες για τους κινδύνους μιας νέας σύγκρουσης και ανασύρει από το παρελθόν ξεχασμένες διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η οικογενειακή ιστορία μοιάζει σχεδόν με καθρέφτη.
Μόνο που αυτή τη φορά το διακύβευμα δεν είναι μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση.
Είναι το ενδεχόμενο να ανοίξει ξανά η πόρτα μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης Ρωσίας και Δύσης.
Και όταν η Ευρώπη αρχίζει να ψάχνει στα συρτάρια του 1945 για επιχειρήματα του 2026, ίσως το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα να είναι ένα:
Τα φαντάσματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν εξαφανίστηκαν ποτέ πραγματικά. Απλώς περίμεναν τη στιγμή για να επιστρέψουν.
Ο Michael von der Schulenburg, πάντως, επιμένει στην αντίθετη κατεύθυνση: διάλογος, διπλωματία και ειρήνη.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική ειρωνεία.
Σε μια Ευρώπη που ξαναμαθαίνει να σκέφτεται με όρους πολέμου, ένας Γερμανός πολιτικός υπενθυμίζει ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι.
Μακάρι να υπάρχουν περισσότεροι Schulenburg πριν η ιστορία αποφασίσει να ξαναμιλήσει με τη γλώσσα των όπλων.
www.bankingnews.gr
Ξυπνά.
Και όταν ξυπνά, μπορεί να φέρει μαζί του ξεχασμένες συνθήκες, παλιές νομικές διατάξεις και φράσεις που οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι είχαν πεθάνει μαζί με τον κόσμο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Μια τέτοια περίπτωση αφορά τη Γερμανία.
Στο επίκεντρο βρίσκεται μια ξεχασμένη και εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ερμηνεία τριών άρθρων του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών – των άρθρων 53, 77 και 107 – γνωστών στο διεθνές δίκαιο σε σχέση με τη λεγόμενη «ρήτρα περί εχθρικού κράτους».
Και το ερώτημα που επανέρχεται, σχεδόν σαν φάντασμα από τα ερείπια του 1945, είναι ανατριχιαστικό:
Θα μπορούσε η Γερμανία, λόγω της στρατιωτικής υποστήριξης που παρέχει στην Ουκρανία, να βρεθεί ξανά στο επίκεντρο μιας επιχειρηματολογίας που τη χαρακτηρίζει «εχθρικό κράτος»;
Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελαν πολλοί.
Αλλά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη συζήτηση επανέρχεται από Γερμανό πρώην διπλωμάτη και νυν ευρωβουλευτή είναι από μόνο του εντυπωσιακό.
Τα άρθρα 53, 77 και 107 περιλαμβάνουν διατάξεις που συνδέονται ιστορικά με τα κράτη που είχαν βρεθεί απέναντι στις Συμμαχικές Δυνάμεις κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η λεγόμενη «ρήτρα περί εχθρικού κράτους» αποτελεί ένα από τα πιο παράξενα απομεινάρια της μεταπολεμικής αρχιτεκτονικής.
Η βασική ιδέα της ερμηνείας που προβάλλεται είναι ότι οι πρώην Συμμαχικές Δυνάμεις θα μπορούσαν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να αναλάβουν δράση απέναντι σε πρώην εχθρικά κράτη χωρίς προηγούμενη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Αν μια τέτοια ερμηνεία γινόταν δεκτή σήμερα, το ζήτημα θα αποκτούσε εκρηκτικές διαστάσεις.
Γιατί;
Επειδή θα δημιουργούσε το ερώτημα εάν ένα κράτος θα μπορούσε να επικαλεστεί τις συγκεκριμένες διατάξεις για να δικαιολογήσει μονομερή στρατιωτική δράση.
Πρόκειται όμως για εξαιρετικά αμφισβητούμενη νομική θέση και όχι για γενικά αποδεκτό κανόνα που παρέχει σήμερα αυτόματα δικαίωμα επίθεσης σε οποιαδήποτε πρώην χώρα του Άξονα.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Η ανακάλυψη του Michael von der Schulenburg
Ο άνθρωπος που επανέφερε το θέμα στο προσκήνιο είναι ο Γερμανός ευρωβουλευτής Michael von der Schulenburg, πρώην διπλωμάτης του ΟΗΕ, ο οποίος έχει υπηρετήσει σε ιδιαίτερα κρίσιμες περιοχές του κόσμου, μεταξύ άλλων στο Ιράκ και στη Σιέρα Λεόνε.
Η σχετική επιχειρηματολογία του δημοσιεύθηκε στο ρωσικό περιοδικό Russia in Global Affairs.
Και η ειρωνεία της ιστορίας είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Ένας Γερμανός πολιτικός είναι εκείνος που στρέφει ξανά τα φώτα σε μια νομική διάταξη η οποία γεννήθηκε από τις στάχτες του πολέμου και αφορά τις πρώην δυνάμεις του Άξονα.
Όμως η ιστορία γίνεται ακόμη πιο παράξενη όταν εξετάσει κανείς το ίδιο το όνομα.
Ο Michael von der Schulenburg φέρει ένα επώνυμο που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με μία από τις πιο δραματικές στιγμές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στις 22 Ιουνίου 1941, ο Γερμανός πρέσβης στη Σοβιετική Ένωση, Friedrich-Werner von der Schulenburg, επέδωσε στον Vyacheslav Molotov τη γερμανική ανακοίνωση για την έναρξη του πολέμου.
Μόνο που η «τυπική» διπλωματική διαδικασία είχε ήδη επισκιαστεί από την πραγματικότητα:
τα γερμανικά στρατεύματα είχαν ήδη περάσει τα σοβιετικά σύνορα.
Η επίδοση του εγγράφου ήταν, ουσιαστικά, η διπλωματική σφραγίδα πάνω σε μια επίθεση που είχε ήδη ξεκινήσει.
Και εδώ η ιστορία αποκτά σχεδόν μυθιστορηματική διάσταση.
Ο πρόγονος της οικογένειας Schulenburg βρέθηκε στην απέναντι πλευρά το 1941.
Ο απόγονός του, δεκαετίες αργότερα, ανασύρει από τα βάθη του μεταπολεμικού δικαίου μια διάταξη που αφορά ακριβώς εκείνη την ιστορική εποχή.
Ένα επώνυμο. Δύο εποχές. Και ανάμεσά τους ένας πόλεμος που υποτίθεται ότι είχε τελειώσει οριστικά.
Και όμως, οι Schulenburg δεν ήταν «φιλοναζί»
Η ιστορία, μάλιστα, δεν επιτρέπει εύκολες ταμπέλες.
Ο Friedrich-Werner von der Schulenburg δεν έμεινε πιστός μέχρι τέλους στον Adolf Hitler.
Το 1944 εκτελέστηκε για τη συμμετοχή του στην αντίσταση κατά του Hitler και στην απόπειρα ανατροπής του ναζιστικού καθεστώτος.
Και άλλο μέλος της οικογένειας Schulenburg συνδέθηκε επίσης με την αντίσταση εναντίον του Hitler και οδηγήθηκε στην εκτέλεση.
Έτσι, το οικογενειακό όνομα που συνδέθηκε με την ανακοίνωση του πολέμου κατά της Σοβιετικής Ένωσης το 1941 συνδέθηκε αργότερα και με την προσπάθεια ανατροπής του ανθρώπου που είχε εξαπολύσει αυτόν τον πόλεμο.
Η ιστορία μοιάζει να κάνει κύκλους.
Ο σημερινός Schulenburg δεν εμφανίζεται ως πολέμιος της Ρωσίας.
Το αντίθετο.
Έχει επανειλημμένα υποστηρίξει την ανάγκη διαλόγου με τη Μόσχα και έχει πάρει θέσεις που αποκλίνουν από τη σκληρή γραμμή της ευρωπαϊκής πολιτικής.
Το 2024 υπέγραψε, μαζί με τον πρώην Γερμανό στρατηγό Harald Kujat, κοινή δήλωση υπέρ της κινεζικής ειρηνευτικής πρωτοβουλίας για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το 2025 ταξίδεψε στη Μόσχα για τις εκδηλώσεις της Ημέρας της Νίκης.
Δεν είναι, επομένως, ένας Γερμανός πολιτικός που ζητά κλιμάκωση.
Είναι ακριβώς το αντίθετο.
Και ίσως γι' αυτό η παρέμβασή του αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Το επιχείρημα που μπορεί να προκαλέσει σεισμό
Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη νομική επιχειρηματολογία, η γερμανική κυβέρνηση θεωρεί ότι η «ρήτρα περί εχθρικού κράτους» έχει πλέον ξεπεραστεί.
Στο πλαίσιο αυτό γίνεται επίκληση του Ψηφίσματος 50/52 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ του 1995, το οποίο αναγνώριζε ότι, λόγω των μεγάλων αλλαγών που είχαν συντελεστεί στον κόσμο, η συγκεκριμένη ρήτρα ήταν πλέον παρωχημένη.
Ο Schulenburg, ωστόσο, θέτει μια διαφορετική νομική ανάγνωση:
Το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης δεν έχει την ίδια δεσμευτική φύση με τον ίδιο τον Χάρτη του ΟΗΕ.
Επιπλέον, η προβλεπόμενη διαδικασία αφορούσε την τροποποίηση των συγκεκριμένων διατάξεων.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο: οι διατάξεις παραμένουν τυπωμένες μέσα στον Χάρτη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν σήμερα ως νόμιμη βάση για στρατιωτική επίθεση. Η σύγχρονη ερμηνεία του Χάρτη του ΟΗΕ, η μεταγενέστερη πρακτική των κρατών και το γενικό διεθνές δίκαιο έχουν δημιουργήσει ένα πολύ πιο σύνθετο νομικό πλαίσιο.
Αλλά ακριβώς επειδή το ζήτημα δεν έχει εξαφανιστεί από το κείμενο του Χάρτη, μπορεί να χρησιμοποιείται ως πολιτικό και νομικό επιχείρημα.
Υπάρχει και ένα ακόμη κομμάτι της ιστορίας που κάνει την υπόθεση ιδιαίτερα φορτισμένη.
Το 1990 υπογράφηκε η Συνθήκη «Δύο Συν Τέσσερα», η οποία άνοιξε τον δρόμο για την επανένωση της Γερμανίας.
Στο τραπέζι κάθισαν οι δύο γερμανικές πλευρές και οι τέσσερις νικήτριες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου:
Σοβιετική Ένωση, Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία.
Η μεταπολεμική Γερμανία είχε πλέον εισέλθει σε μια νέα εποχή.
Η Ρωσία αποχώρησε από τη Γερμανία.
Οι σχέσεις Βερολίνου και Μόσχας για χρόνια χαρακτηρίστηκαν από οικονομική συνεργασία και πολιτικό διάλογο.
Κανείς σχεδόν δεν φανταζόταν ότι, μόλις τρεις δεκαετίες αργότερα, η Ευρώπη θα ξαναμιλούσε με όρους στρατιωτικής αντιπαράθεσης.
Και κυρίως:
κανείς δεν περίμενε ότι παλιές διατάξεις του μεταπολεμικού συστήματος θα ξαναβγαίνουν από τα συρτάρια.
Το γερμανικό rearmament αλλάζει τα δεδομένα
Η σημερινή Γερμανία, ωστόσο, βρίσκεται σε τελείως διαφορετική θέση.
Η στρατιωτική της ενίσχυση, η παραγωγή οπλικών συστημάτων και η υποστήριξη προς την Ουκρανία έχουν καταστήσει το Βερολίνο έναν από τους σημαντικούς ευρωπαϊκούς παράγοντες της πολεμικής προσπάθειας του Κιέβου.
Παράλληλα, ρωσικές αρχές έχουν δημοσιοποιήσει καταλόγους εταιρειών που συνδέονται με την παραγωγή UAV για τις ουκρανικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Έτσι, το θεωρητικό σενάριο μετατρέπεται σε πολιτική συζήτηση:
Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η αντιπαράθεση Ρωσίας – Γερμανίας;
Και ακόμη πιο ανησυχητικά:
Πότε μια χώρα που παρέχει όπλα σε έναν εμπόλεμο σύμμαχο θεωρείται πλέον άμεσα εμπλεκόμενη;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που στοιχειώνουν σήμερα την Ευρώπη.
Το 2024 είχε εμφανιστεί στη Ρωσία πρωτοβουλία για την καταγγελία της Συνθήκης «Δύο Συν Τέσσερα».
Στο επίκεντρο βρέθηκε ο Yuri Heppel, επικεφαλής της Γερμανικής Εθνικής και Πολιτιστικής Αυτονομίας της Κριμαίας.
Το επιχείρημα ήταν ότι η συμφωνία δεν εφαρμόζεται πλέον στην πράξη και θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα καταγγελίας της.
Η πρωτοβουλία δεν προχώρησε τότε.
Όμως οι συνθήκες έχουν αλλάξει.
Οι σχέσεις Ρωσίας και Γερμανίας έχουν επιδεινωθεί δραματικά.
Η στρατιωτική αντιπαράθεση στην Ουκρανία συνεχίζεται.
Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται.
Και η Γερμανία έχει εγκαταλείψει σε μεγάλο βαθμό τη μεταψυχροπολεμική αντίληψη ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση αρκεί για να αποτρέψει μια μεγάλη σύγκρουση.
Το πιο τρομακτικό σενάριο δεν είναι η επίθεση – είναι η απειλή
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο.
Δεν χρειάζεται απαραίτητα να εφαρμοστεί μια τέτοια ακραία νομική θεωρία.
Αρκεί να υπάρχει.
Στη γεωπολιτική, η απειλή πολλές φορές λειτουργεί αποτελεσματικότερα από την ίδια την πράξη.
Η υπενθύμιση ότι ξεχασμένες διατάξεις του μεταπολεμικού δικαίου μπορούν να ανασυρθούν, ακόμη και αν η νομική τους εφαρμογή σήμερα είναι εξαιρετικά αμφισβητούμενη, μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης.
Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει την υπόθεση τόσο επικίνδυνη.
Γιατί η Ευρώπη δεν βρίσκεται πλέον στο 1995.
Δεν βρίσκεται ούτε στο 2005.
Βρίσκεται σε μια εποχή όπου η Ρωσία και το ΝΑΤΟ έχουν εμπλακεί στη μεγαλύτερη στρατηγική αντιπαράθεση των τελευταίων δεκαετιών.
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ ακριβώς.
Μερικές φορές όμως επαναφέρει τα ίδια ονόματα, τις ίδιες γεωγραφίες και τις ίδιες λέξεις.
Το 1941 ένας von der Schulenburg βρέθηκε στη Μόσχα όταν η Γερμανία επιτέθηκε στη Σοβιετική Ένωση.
Σήμερα ένας άλλος von der Schulenburg προειδοποιεί από τις Βρυξέλλες για τους κινδύνους μιας νέας σύγκρουσης και ανασύρει από το παρελθόν ξεχασμένες διατάξεις του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Η οικογενειακή ιστορία μοιάζει σχεδόν με καθρέφτη.
Μόνο που αυτή τη φορά το διακύβευμα δεν είναι μια ακόμη ευρωπαϊκή κρίση.
Είναι το ενδεχόμενο να ανοίξει ξανά η πόρτα μιας άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης Ρωσίας και Δύσης.
Και όταν η Ευρώπη αρχίζει να ψάχνει στα συρτάρια του 1945 για επιχειρήματα του 2026, ίσως το πιο ανησυχητικό συμπέρασμα να είναι ένα:
Τα φαντάσματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου δεν εξαφανίστηκαν ποτέ πραγματικά. Απλώς περίμεναν τη στιγμή για να επιστρέψουν.
Ο Michael von der Schulenburg, πάντως, επιμένει στην αντίθετη κατεύθυνση: διάλογος, διπλωματία και ειρήνη.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική ειρωνεία.
Σε μια Ευρώπη που ξαναμαθαίνει να σκέφτεται με όρους πολέμου, ένας Γερμανός πολιτικός υπενθυμίζει ότι υπάρχουν και άλλοι δρόμοι.
Μακάρι να υπάρχουν περισσότεροι Schulenburg πριν η ιστορία αποφασίσει να ξαναμιλήσει με τη γλώσσα των όπλων.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών